η δημόσια συμμετοχή στη γερμανία

 

Στη Γερμανία η δημόσια συμμετοχή σε διαδικασίες προγραμματισμού εντός ομοσπονδίας, κρατιδίων και δήμων είναι νομικά επιβεβλημένη. Επίσης, από το ευρωπαϊκό δίκαιο μπορεί να προκύψει υποχρέωση δημόσιας συμμετοχής, π.χ. σε περιβαλλοντικούς ελέγχους. Σε αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για θεσμική ή τυπική δημόσια συμμετοχή.

 

Θεσμική δημόσια συμμετοχή

Η κατάρτιση δημοτικών προγραμμάτων για τη χρήση εκτάσεων ή τη δόμηση μεμονωμένων οικοπέδων γίνεται με προδιαγεγραμμένα βήματα. Εδώ είναι απαραίτητη η «έγκαιρη δημόσια συμμετοχή», κατά την οποία το κοινό ενημερώνεται –συνήθως υπό μορφή εκδήλωσης– για τον σκοπό της κατάρτισης ενός προγράμματος και μπορεί να θέσει ερωτήματα ή να δώσει ερεθίσματα. Σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, τα προσχέδια των προγραμμάτων δημοσιοποιούνται –στις μέρες μας συχνά αναρτώνται και στο διαδίκτυο– και εντός του μηνός οι θιγόμενοι μπορούν να κάνουν ενστάσεις και προτάσεις, τις οποίες πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι αρχές στο πλαίσιο της απόφασής τους: δεν πρέπει να τις ακολουθήσουν, αλλά οφείλουν να ανακοινώσουν τους λόγους για το αποτέλεσμα της απόφασης. Με παρόμοιο τρόπο ορίζονται τα στάδια δημόσιας συμμετοχής στις διαδικασίες προγραμματισμού εντός ομοσπονδίας και κρατιδίων, τα οποία βασίζονται σε διαφορετικό δίκαιο· εκεί συμμετέχουν ωστόσο περισσότερο σύλλογοι και οργανισμοί παρά μεμονωμένοι πολίτες.

Αυτού του τύπου η δημόσια συμμετοχή στην πραγματικότητα είναι συνήθως δύσκολη. Όταν βγουν στη δημοσιότητα, οι αρμόδιες αρχές έχουν δεσμευτεί καταρχήν ως προς την πρόθεσή τους και έχουν συμφωνήσει με άλλες αρχές. Στόχος τους είναι ένας ομαλός, γρήγορος προγραμματισμός. Ριζικές αλλαγές ή ακόμη και αποτροπή του σχεδίου εργασίας είναι συνήθως ανέφικτες στο πλαίσιο της δημόσιας συμμετοχής. Οι πολίτες δεν είναι καν σε θέση να συζητήσουν επί ίσοις όροις με τις αρχές, επειδή δεν διαθέτουν το ίδιο υπόβαθρο πληροφοριών, δεν μπορούν να προσφύγουν σε δικούς τους ειδικούς εμπειρογνώμονες και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αναπτύξουν στέρεες εναλλακτικές προτάσεις. Από την κατάρτιση του προγράμματος μέχρι την οριστική του υλοποίηση μπορεί να περάσουν χρόνια, κατά τα οποία οι πολιτικές συνθήκες και τα δεδομένα αλλάζουν. Έτσι, παρά την υποχρεωτική δημόσια συμμετοχή, κάποιοι προγραμματισμοί οδηγούν διαρκώς σε διαμαρτυρίες και δικαστικές αντιπαραθέσεις. Μεταρρυθμιστικές προτάσεις που συζητιούνται επί του παρόντος στοχεύουν στην έναρξη της δημόσιας συμμετοχής πριν από την ολοκλήρωση της κατάρτισης ενός προγράμματος καθώς και στη δημόσια και διαφανή διεξαγωγή της συνολικής διαδικασίας, ώστε το κοινό να μπορεί να συζητά συνεχώς ακόμη και προσωρινά αποτελέσματα. Διοίκηση και πολιτική μπορούν συνεπώς να κάνουν διορθώσεις, προτού αυτές γίνουν πολύ δαπανηρές και ακριβές.

 

Άτυπη δημόσια συμμετοχή

Εκτός από τη θεσμοθετημένη δημόσια συμμετοχή, τις περασμένες δεκαετίες –πιο έντονα τα τελευταία χρόνια– έχουν αναπτυχθεί μέθοδοι των οποίων η εφαρμογή είναι οικειοθελής και ως εκ τούτου τα αποτελέσματά τους δεν έχουν νομική υπόσταση. Μιλάμε συνοπτικά για μεθόδους διαλογικές ή άτυπες. Μπορούν να έχουν διάφορους στόχους:

  • Η διοίκηση ψάχνει με τη βοήθεια των πολιτών ιδέες και σχεδιασμούς για μελλοντική χρήση. Για τον σκοπό αυτό προσφέρονται σχήματα όπως το εργαστήριο του μέλλοντος (Zukunftswerkstatt) ή το συμβούλιο του μέλλοντος (Zukunftskonferenz). Οι πολίτες καταθέτουν την εμπειρία τους, συχνά όμως και εξειδικευμένες γνώσεις, και η τροποποιημένη διαδικασία οφείλει να οδηγήσει σε λύσεις αποδεκτές από όλους τους συμμετέχοντες. 
  • Συγκρούσεις μεταξύ πολιτών και διοίκησης ή εντός της κοινότητας των πολιτών πρέπει να επιλύονται μέσα σε ένα σχήμα αποδεκτό από όλους τους συμμετέχοντες. Για τον σκοπό αυτό μπορεί, π.χ., να διενεργηθεί διαμεσολάβηση.
  • Ο συνδυασμός των στόχων αυτών είναι θεμιτός όταν ένας προγραμματικός σκοπός προσκρούει σε πολύ αποκλίνοντα συμφέροντα. Τότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι όπως η κυψέλη προγραμματισμού (Planungszelle) (γνωμοδότηση πολιτών), προκειμένου να παραχθούν προγράμματα διατυπωμένα με σαφήνεια και καθολική αποδοχή.

Όλες αυτές οι μέθοδοι τυγχάνουν αποδοχής μόνο όταν επιλύονται προβλήματα σημαντικά για τους συμμετέχοντες και όταν είναι εξαρχής σαφές τι χρειάζεται να γίνει με τα αποτελέσματα, ιδιαίτερα αν πολιτική και διοίκηση έχουν δεσμευτεί να τα λάβουν υπόψη. Γι’ αυτό και η διαδικασία σύμφωνα με τη μέθοδο της δημόσιας συμμετοχής πρέπει να είναι διαφανής. Συχνά οι διοικήσεις φοβούνται ότι η άτυπη δημόσια συμμετοχή επιμηκύνει τις προγραμματικές διαδικασίες. Το αντεπιχείρημα είναι ότι η ευρεία αποδοχή των συμφωνηθέντων διευκολύνει τα επόμενα βήματα και ότι μπορούν να αποφευχθούν ακροαματικές διαδικασίες μετά την κατάρτιση του προγράμματος. Έτσι ανασκευάζεται και το επιχείρημα του κόστους, επειδή μια καλά εφαρμοσμένη δημόσια συμμετοχή συνδέεται πάντα με έξοδα.

 (Βόλφγκανγκ Πωλ, Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ, Γερμανία)